Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

(τα) γνώριμα σκοτάδια.


Ξεκλείδωσε γρήγορα την εξώπορτα και την έκλεισε πίσω της σιγά καθώς έμπαινε στο μισοσκότεινο σπίτι. Έβγαλε τα παπούτσια κι ανέβηκε τις σκάλες περπατώντας στις μύτες των ποδιών της. Ύστερα συνειδητοποίησε ότι έμενε μόνη της πια. Γέλασε δυνατά.
Έβγαλε το παλτό και το κασκόλ της και ξάπλωσε με τα ρούχα στο κρεβάτι χωρίς ν᾽ ανάψει φως. Ήταν αργά το απόγευμα κι έξω δεν είχε νυχτώσει ακόμα - κι όμως, απ´ το παράθυρο η πόλη της φαινόταν σκοτεινή.
Πρέπει να έμεινε έτσι για αρκετή ώρα με τα μάτια κλειστά - όταν τα άνοιξε είχε νυχτώσει και στο δωμάτιο είχε σκοτάδι. Μπλε βαθύ, νυχτερινό. Ένιωσε ήρεμη και χαμογέλασε.
Από τη λάμπα στη σκάλα έφτανε ελάχιστο φως ως το δωμάτιο. Έπιασε τα μάγουλά της κι ήταν πολύ ζεστά - «δεν έπρεπε να βγω έξω με πυρετό», σκέφτηκε.
Σηκώθηκε αργά και κατέβηκε στην κουζίνα για να φτιάξει το καθιερωμένο απογευματινό της τσάι. Σκεφτόταν τη ζωή της λίγα χρόνια πριν. Ο ήχος της τσαγιέρας διέκοψε κάπως απότομα τιη σκέψη της, αλλά η μυρωδιά του αρωματικού τσαγιού την έκανε να αναπολήσει για λίγο ακόμα.
Κι έτσι, καθώς έστεκε δίπλα στο παράθυρο της κουζίνας, έκλεισε τα μάτια ξανά για να νιώσει οικεία - στο σκοτάδι, στα σκοτάδια.