Σάββατο, 4 Αυγούστου 2018

του μεσημεριού.



Δε βγαίνω απ´το σπίτι το Σάββατο. 
Μ᾽αρέσει ν᾽απολαμβάνω την ησυχία του σπιτιού όταν έξω η πόλη κινείται με μεγάλες ταχύτητες. Αμάξια, μηχανάκια, άνθρωποι. Θόρυβος - έξω.
Σήμερα βγήκα. 
Λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι , την ώρα που τα πεζοδρόμια τσουρουφλίζονταν απ᾽τον ήλιο. Πήρα το δρόμο για την παραλία. Συννέφιασε και πήρα ανάσα. Ξανά ήλιος. Κι αεράκι. 
Έξω απ᾽το κολυμβητήριο πήρε το μάτι μου κάτι καρέκλες σαν κι αυτές που έχουν στα στάδια. Τρεις. Μαζί. Παρατημένες, αλλά μαζί. Χαμένες σχεδόν μέσα στ᾽ αγριόχορτα. 
Λίγο πριν να φτάσω στη θάλασσα πρόσεξα κάποιον κύριο που χτενιζόταν, ελέγχοντας τις κινήσεις του στο καθρεφτάκι μιας μοτοσυκλέτας. Δε με είδε. Χαμογέλασα. 
Κατά μήκος της παραλίας ο κόσμος δεν ήταν πολύς. Κι όμως, η πόλη δεν είναι άδεια. 
Ζέστη κι υγρασία. Πήρα το δρόμο για το σπίτι. Όχι τον συνηθισμένο. Άλλον. 
Πέρασα από ξένη γειτονιά. Kι έτσι συνάντησα ένα σαλιγκάρι. 
Μα..είναι καλοκαίρι, σκέφτηκα. Πώς και δεν έχει κλειστεί μέσα στο κέλυφός του, να προφυλαχθεί απ᾽τη ζέστη; Θα βαρέθηκε να κόβει βόλτες στα ξερικά χωράφια, μάλλον, κι είπε να κινηθεί κατά την πόλη. Μέρα που βρήκε. 
Εκεί γύρω, κοντά σε κάτι σκουπίδια, πρόσεξα κάτι στόρια. Όχι πολύ διαλυμένα, αλλά σε κακή κατάσταση. Κι η μπαλκονόπορτα εκεί, να τα συνοδεύει. 
Θα έχουν κι αυτά την ιστορία τους. Τα στόρια. Πρόσφεραν προστασία από ήλιους, βροχές, ανέμους. Όπως το κέλυφος στο σαλιγκάρι. Έδωσαν σκιά. Ιδιωτικότητα. Παιχνίδι σε παιδιά που χαίρονταν να τ᾽ανεβοκατεβάζουν μέχρι ν᾽ακουστεί η φωνή της μάνας να τα μαλώνει (κι αυτά να ξεσπούν σε πνιχτά γελάκια). Τα στόρια. Πάλιωσαν, έτριζαν. Αντικαταστάθηκαν από άλλα, γυαλιστερά, αυτόματα. Κατέληξαν (κοντά) στα σκουπίδια. 
Πήραν μαζί τους τα μυστικά των ζωών μας - στη σκόνη τους τα κουβαλούν ακόμα και τώρα. Τα στόρια τα ρετρό.