Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

..ακατάδεκτα σύννεφα και ανέμελες αισιοδοξίες.

(η - πάντα - αγαπημένη Κυριακή πότε πότε ενδείκνυται για αισθήματα λύπης..)

..περιβάλλον ξένο, αλλά «οικείο». Έπιασες τον εαυτό σου να κάνει υπομονή, ν᾽αντέχει παραξενιές διατηρώντας ψυχραιμία. Μα η υπομονή δεν έγινε συνήθεια (ευτυχώς), έλυσες τη «σιωπή» σου, ξέσπασες. Κι ήταν η αίσθηση σα αυτή του να σωριάζεσαι στο δρόμο, χτυπώντας το σαγόνι σου (δε βαριέσαι, σκέφτηκες μόλις σηκώθηκες, έχει κρύο και μόλις έβρεξε, θ᾽ασχοληθώ με τον καιρό για λίγη ώρα).
..μάζεψες τις σκόρπιες σκέψεις σου κι έψαξες τριγύρω για τις σκέψεις του άλλου...μπα, πού να τις βρεις, αυτές απομακρύνθηκαν στο πρώτο σύννεφο κακοκεφιάς (κι ας είχαν αντέξει στο πρωινό χιονόνερο)
Κακοκεφιά γιατί; Για μια αισιοδοξία που φάνηκε «ύποπτη» κι ας μηνέκρυβε τίποτα.
Ήταν απλώς μια αισιοδοξία άγνωστη που χαμογέλασε σ᾽ένα (άγνωστο) γκρι σύννεφο. 
Δε βαριέσαι, σκέφτηκες πάλι, τα σύννεφα μάλλον δεν πιάνουν εύκολα φιλίες με αισιοδοξίες.
Τα σύννεφα τρέχουν γρήγορα μπροστά σε τέτοιες περιπτώσεις, τα βοηθάει ο άνεμος (ισχυρός βοηθός). Μα πώς, τα γκρι σύννεφα θα ᾽πρεπε να ᾽ναι βαριά, πώς έτρεξαν τόσο γρήγορα (ακόμα και με τη βοήθεια του ανέμου); 
Είχες ελπίδα πως θα περίμεναν τον ήλιο να τα φωτίσει..θα ήταν τότε ωραία φωτεινά γκρι σύννεφα. 
(σ᾽αρέσει το φωτεινό γκρι..θα μπορούσε να είναι το χρώμα της αισιοδοξίας όταν κοιμάται!)
Κι όταν το σύννεφο χαμογέλασε (τυπικά, έστω), η αισιοδοξία αμέσως θυμήθηκε πού είχε κρύψει την ιδέα της φιλικής διάθεσης και τη βρήκε με δυο γρήγορες κινήσεις.



(..η Κυριακή της χαράς δεν επηρεάζεται από λυπημένες σκέψεις του παρελθόντος.)