Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

(τα) γνώριμα σκοτάδια.


Ξεκλείδωσε γρήγορα την εξώπορτα και την έκλεισε πίσω της σιγά καθώς έμπαινε στο μισοσκότεινο σπίτι. Έβγαλε τα παπούτσια κι ανέβηκε τις σκάλες περπατώντας στις μύτες των ποδιών της. Ύστερα συνειδητοποίησε ότι έμενε μόνη της πια. Γέλασε δυνατά.
Έβγαλε το παλτό και το κασκόλ της και ξάπλωσε με τα ρούχα στο κρεβάτι χωρίς ν᾽ ανάψει φως. Ήταν αργά το απόγευμα κι έξω δεν είχε νυχτώσει ακόμα - κι όμως, απ´ το παράθυρο η πόλη της φαινόταν σκοτεινή.
Πρέπει να έμεινε έτσι για αρκετή ώρα με τα μάτια κλειστά - όταν τα άνοιξε είχε νυχτώσει και στο δωμάτιο είχε σκοτάδι. Μπλε βαθύ, νυχτερινό. Ένιωσε ήρεμη και χαμογέλασε.
Από τη λάμπα στη σκάλα έφτανε ελάχιστο φως ως το δωμάτιο. Έπιασε τα μάγουλά της κι ήταν πολύ ζεστά - «δεν έπρεπε να βγω έξω με πυρετό», σκέφτηκε.
Σηκώθηκε αργά και κατέβηκε στην κουζίνα για να φτιάξει το καθιερωμένο απογευματινό της τσάι. Σκεφτόταν τη ζωή της λίγα χρόνια πριν. Ο ήχος της τσαγιέρας διέκοψε κάπως απότομα τιη σκέψη της, αλλά η μυρωδιά του αρωματικού τσαγιού την έκανε να αναπολήσει για λίγο ακόμα.
Κι έτσι, καθώς έστεκε δίπλα στο παράθυρο της κουζίνας, έκλεισε τα μάτια ξανά για να νιώσει οικεία - στο σκοτάδι, στα σκοτάδια.

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

όνομα ενοίκου: Ο χρόνος.

Το σπίτι έμοιαζε εγκαταλελειμμένο. Εν μέρει ἠταν. Οι άνθρωποι το εγκατέλειψαν αδιάφορα. Οι άλλοτε κατάλευκοι ασβεστωμένοι τοίχοι είχαν μαυρίσει απ᾽ την υγρασία και τα πορτοπαράθυρα, ξεχαρβαλωμένα πια, άφηναν το εσωτερικό του σπιτιού εκτεθειμένο στα στοιχεία της φύσης. Μόνο κάτι δεκαοχτούρες φώλιαζαν στο παράθυρο που έβλεπε προς τη θάλασσα. Χρόνια τώρα δε ζούσε εκεί κανείς. Σχεδόν κανείς.
Κάποιος υπήρχε εκεί. Ήταν ο χρόνος. Βρήκε απάγκιο μια νύχτα που η θύελλα λυσσομανούσε κι όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν μαζευτεί στα σπίτια τους από νωρίς. Μόλις φύσηξε ο λίβας κατά το σούρουπο, οι νοικοκυρές έτρεξαν να μαζέψουν τις απλωμένες μπουγάδες απ᾽ τα σχοινιά κι όσοι ήταν στο δρόμο βιάστηκαν να γυρίσουν στο σπίτι ή να μπουν σε κάποιο καφενείο ή κάποιο μαγαζί με σουβενίρ (απ᾽ τα τελευταία που είχαν μείνει ανοιχτά Σεπτέμβρη μήνα).
Ο χρόνος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να καταφύγει εκεί για να μην παρασυρθεί μακριά (κι αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελε). Είχε σκοπό να μείνει στις κοντινές περιοχές, γιατί σε λίγες μέρες άρχιζαν οι εμποροπανηγύρεις και του άρεσε πολύ να τριγυρνάει ανάμεσα στους πάγκους. Ν᾽ απολαμβάνει τη χαώδη κατάσταση με τις φωνές των εμπόρων που διαλαλούν την πραμάτεια τους και τους γονείς που φωνάζουν στα μικρά παιδιά να μην απομακρυνθούν, γιατί την επόμενη φορά δε θα τους αγοράσουν μαλλί της γριάς και καραμελωμένο μήλο.
Στο σπίτι αυτό δεν είδε κανείς το χρόνο να μπαίνει, μα ούτε να κυκλοφορεί στα δωμάτια ή έξω απ᾽ αυτά. Μόνο κάτι σκυλιά γαύγιζαν με τις ώρες απ᾽ έξω μέχρι να κουραστούν.
Το σπίτι είχε μια σκάλα εξωτερική, σιδερένια, στριφογυριστή. Σαν κι αυτές που στις παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες αποκαλούσαν «σκάλα υπηρεσίας». 
Όταν νύχτωνε συνήθως, ο χρόνος την ανέβαινε για να φτάσει στην ταράτσα. Εκεί καθόταν για να σκεφτεί. Κι οι νύχτες κυλούσαν αργά τότε. Λες κι ο χρόνος σταμάτησε, θα έλεγε κάποιος. Κι έτσι ήταν. Η ισορροπία ερχόταν ξανά όταν ο χρόνος κατέβαινε τη σκάλα. Ο μεταλλικός ήχος απ᾽ τα βήματά του στα σκαλιά τη ζωήρευε. Κι ας ήξερε πως ο χρόνος ήταν περαστικός από κει. Φιλοξενούμενος. Κι ας ήξερε πως όταν φύγει κανείς δε θα τη χρησιμοποιήσει πια. Σχεδόν κανείς.