Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

..(χαρούμενο) γκρι.

γκρι [grí] Ε (άκλ.): το χρώμα ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο

..είναι ωραία άραγε να είσαι ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο; 

..πώς να νιώθει το γκρι, νιώθει εγκλωβισμένο ή του αρέσει να φλερτάρει πότε με τη βελούδινη αύρα του άσπρου και πότε με τη μυστηριώδη ματιά του μαύρου;
..φοβάται άραγε την ψυχρή πραγματικότητα του λευκού, που κρύβει έναν κόσμο αόρατο (στον γκρι επισκέπτη);
..φοβάται μήπως ακόμα και την υποψία σκοτοδίνης που το άκαμπτο μαύρο προκαλεί;

Είμαι βέβαιη (σχεδόν) πως το γκρι τα καταφέρνει μια χαρά και ισορροπεί ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο.
Κι όταν δεν τα καταφέρνει και πέφτει, τρέχουν όλα τ᾽άλλα χρώματα για βοήθεια. Α, στα χρώματα η «βοήθεια» ερμηνεύεται αλλιώς. Βοήθεια είναι να κυλιστούν κι αυτά κάτω μαζί του μέχρι να γίνουν μια μικρή πολύχρωμη μπάλα, ένα συνονθύλευμα χαράς.


..άλλωστε είναι φορές που ο ουρανός έχει ένα χρώμα γκρι με λίγο μπλε που φωτίζεται απ᾽τη θάλασσα και μοιάζει σχεδόν ασημένιο..να, έτσι όπως στη φωτογραφία αυτή (με το πορτοκαλί να χαίρεται που βρέθηκε ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα).


γκρι (αγαπημένο): μην το φοβάσαι.


Ακολουθεί ταιριαστή μουσική..




*(αφιερωμένη) ανάρτηση εμπνευσμένη από τον «φὀβο» του Α. για το γκρι